Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μνήμη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μνήμη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 5 Σεπτεμβρίου 2016

χάσταγκ παρελθόν

Με μια κίνηση του δαχτύλου παγιδεύουμε το χρόνο.
Δεν τρώμε ψωμιά γιατί βαριόμαστε ν’ανέβουμε τη σκάλα.
Δεν πίνουμε νερό, έχει κόκα-κόλα.
Βλεπόμαστε σ’οθόνες γιατί είν’ εξουθενωτικό να συναναστρεφόμαστε.
Με μια κίνηση του δαχτύλου παγιδεύουμε το χρόνο.
Δε μας νοιάζει αν είναι μέρα ή νύχτα, οι συσκευές εκπέμπουν φως.
Είτε μας ενοχλεί είτε το θέλουμε, το δείχνουμε με το δάχτυλο
κι ας μην πιστεύουμε στην τηλεκίνηση ακόμα.
Με μια κίνηση του χεριού κοιτάζουμε τον καθρέφτη.
Αν μας ρωτήσουν την ώρα, δε θυμόμαστε να πούμε.
Ούτε τι συζητούσαμε χτες,
κι ας ξέρουμε τι σκεφτόμασταν εν μέσω διαλόγων.
Με μια κίνηση του χεριού κοιτάζουμε τον καθρέφτη.
Φερόμαστε σα να ξέρουμε τι εννοούν, αγνοώντας τη σκοπιά τους.
Μηχανευόμαστε τρόπους να διατηρούμε επαφή,
χωρίς να επενδύουμε σ’ειλικρινή διάδραση.
Με μια κίνηση αποσυνδεόμαστε απ’τη φύση.
Αυτό το γράμμα λοιπόν έρχεται από εμάς που το αρχίσαμε.
Απ’ τις γενιές που σας παγίδεψαν στον καθρέφτη.
Απ’αυτούς που σας δίδαξαν πως το άδικο είναι σωστό,
αρκεί να το ορίσει ο κατάλληλος άνθρωπος.
Μη διαιωνίσετε τα λάθη μας.
Κρίντε μας έμπρακτα.

Πέμπτη 23 Ιουνίου 2016

Αναγέννηση

Σε γνώρισα καλοκαίρι. Τότε που αντίκρισα τον ουρανό και παρατήρησα με ευλάβεια τους φωτεινούς του κατοίκους. Μόνοι, διάσπαρτοι` φλεγόμενη επιθυμία να γίνουν ευχή που υλοποιείται. Θυμάμαι να χάνομαι στη σπείρα σου, να με οδηγείς στην ολότητα. Θυμάμαι νερό να γλείφει τα βότσαλα, τον Τροπικό του Καρκίνου, απροσδιόριστους ήχους και προσδιορισμένη ενότητα. Θυμάμαι ν’ανοίγω τα μάτια μου χωρίς να'μαι η ίδια. Πλέον μπορούσα να δω και ν’ακούω όσα δε φανταζόμουν πως βρίσκονταν πλάι μου. Η συνείδησή μου άλλαξε εμβέλεια, το κύμα μου εξέπεμπε σε νέο μήκος. Τον πρώτο καιρό σε έβρισκα μπροστά μου συνέχεια, σχεδόν δεύτερη φύση να αντιλαμβάνομαι την ηχώ σου στο νου μου. Ήσουν το βίωμα που δεν αμφισβητήθηκε ποτέ. Η αφύπνιση που σήμανες δεν επισκιάστηκε. Η φωνή της αλήθειας σου ενόχληση στο λαιμό που ψάχνει διέξοδο. Τη βρήκε σχεδόν αμέσως, σε αλυσιδωτές αντιδράσεις που έμελλε να ορίσουν την πορεία μου. Αποκαλύφθηκες μαγικά, τόσο που πίστεψα ότι έχω δυνάμεις -και πως, αν θέλω, στο χέρι μου θα είναι ν’αλλάξω τον κόσμο. Όσο κι αν προσπάθησα να μοιραστώ το ταξίδι σου και να εξηγήσω την αξία που είχε για μένα, οι άλλοι σε αντιλαμβάνονταν σαν προορισμό` η επιστροφή, όμως, σου ταίριαζε καλύτερα σαν λέξη.


Τρίτη 25 Μαρτίου 2014

Μέρος Β'

Επιτέλους έφτασε 
και ρωτάς εμένα τι περίμενες.
Τώρα που βλέπεις πως τίποτα δεν σταμάτησε ποτέ αλλά εσύ είχες κρυφτεί 
και τώρα που δεν θυμάσαι τις πρώτες Μέρες.
Ζήτησες να μάθεις την συνέχεια
μα δεν ζήτησες να θυμάσαι την αρχή.


Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2013

Ταράτσες

Φανταζόσουν το αύριο με ψεύτικες ελπίδες.
Έτρεχες στους δρόμους με τους φίλους σου.
Κυνηγούσες μυστήρια που σε προκαλούσαν.
Ήσουν στη ταράτσα όταν τον είδες,
ντυμένο στα μαύρα
να τον χτυπάει ο άνεμος
αλλά σε είχε δει πρώτος.

Φαντάσου έναν κόσμο με χρώματα.
Να κολυμπάς και να αναπνέεις κάτω απ'το νερό.
Να ανακαλύπτεις απαντήσεις στον ουρανό.
Να είσαι παντού ταυτόχρονα, όπως εκείνος,
ντυμένος με φως
να σε αγκαλιάζουν οι φλόγες του
αλλά στάχτη να γίνονται μόνο οι αναμνήσεις.

Φαντάζομαι μέρη με μαγικούς ανθρώπους και κάστρα που προσφέρουν εμπειρίες.
Ο κόσμος αυτός μου ανήκει και του ανήκω.
Σύντομα θα αποκαλυφθεί μια ψυχή που δεν είναι κανενός.
Σε κάθε σκέψη είμαι εκεί, όπως μόνο εγώ ξέρω
είτε είμαι στο σώμα μου είτε όχι
γνωρίζοντας εκείνα που δεν μου λέω
και θυμάμαι τότε που ήμασταν μικροί
αλλά δεν ήμασταν εμείς.


Πέμπτη 12 Σεπτεμβρίου 2013

Αφασία Σελήνης

Εγώ περπατούσα κι εσύ ακολουθούσες. Κι όσο πιο πολύ επιτάχυνα.. κι άνοιγα το βήμα.. και φοβόμουν.. τόσο πιο κοντά ερχόσουν. Αυτή είναι όμως η δουλειά σου. Να πλησιάζεις βιαστικά. Δε σ’ αδικώ. Φωτίζεις δρόμο γι’ άγρυπνους οδοιπόρους. Τι να πειράζει;

Ταξιδιώτη της ψυχής με λένε κάποιοι.
Το πνεύμα το άφησα στην άκρη και παίρνω τα δάση αντί για τα βουνά.

Εγώ έψαχνα κι εσύ κρυβόσουν. Κι όσο πιο πολύ αναζητούσα.. κι έκανα τον κόσμο άνω κάτω.. και σήκωνα τις πέτρες και τους βράχους.. τόσο πιο βαθιά χωνόσουν. Αυτός είν’ όμως ο σκοπός σου. Να περιμένεις τα σκοτάδια. Δε σε κατηγορώ. Δημιουργείς μυστήριο για έμμονους λύτες. Τι θέμα να ’χω;

Ταξιδιώτη της στιγμής με λένε κάποιοι.
Την πράξη την έκανα πιο πέρα και κολυμπώ σε λίμνες αντί για τα ποτάμια.

Εγώ μιλούσα κι εσύ άκουγες. Κι όσο πιο πολύ ανοιγόμουν.. κι έλεγα τις ιστορίες της ζωής μου.. και μοιραζόμουν εμπειρίες.. τόσο στη σιωπή καθόσουν. Αυτό είναι όμως το κλειδί σου. Να ισορροπείς το θόρυβο. Δε σε παρεξηγώ. Κυβερνάς αισθήματα γι’ αθεράπευτα ρομαντικούς. Τι να ενοχλεί;

Ταξιδιώτη της ζωής με λένε κάποιοι.
Το φόβο τον άγγιξα μ’ αγάπη και καίγομαι σ’ επιθυμίες αντί για τις φωτιές.


Ορισμένοι πάλι λένε πως όταν ζήλεψε τον ήλιο, έκλεψε το φως του και καταδικάστηκε στην ύπαρξη μαζί του.
Εκείνη είναι τ' όνειρο κι αυτός το νόημά του.


Τρίτη 13 Αυγούστου 2013

Ξεκλειδώνοντας τον Χρόνο...

Στο μυαλό και στη καρδιά.
Στο πρώτο κατοικώ εγώ, μα στο δεύτερο κι εσύ.
Συναισθήματα, πεταμένα στο σπίτι σου,
έκλεισες τη πόρτα κι έφυγες.

Κι αν δεν ξαναγυρίσω;
Αν δεν έχω σπίτι, σε ποιον άνθρωπο θα το βρω;

Τι λέω; Που πάω;
Κοιτάζω τη ψυχή μου στον καθρέφτη αλλά δεν μου λέει.
Βλέπω έναν δολοφόνο.
Όλο σκοτώνει μέχρι να γίνει θύμα του εαυτού του.

Και τώρα;
Είναι η σειρά του.

Και τι κάνει;
Προσπαθεί να σώσει ό,τι έμεινε.

Τι έμεινε;
Τίποτα.

Ωραία. Κοίτα τώρα πόσο χώρο έχει για να δημιουργήσει πάλι ό,τι θέλει...

Τι θα κάνεις;

Ό,τι και πριν.

Αυτό είναι η αιωνιότητα,
και στην αιωνιότητα δεν υπάρχει πριν.


Ξεκλειδώνοντας τον χρόνο
βρήκα το για πάντα σε μια φωτογραφία,
το τίποτα σε μια στιγμή             
και το κενό σ' ένα συναίσθημα.         

Σάββατο 1 Ιουνίου 2013

Ζωή σε μας

Τον κρατώ φυλακισμένο. Τον κλείδωσα μέσα.
Αν σ΄ έβαζα στο σπίτι, πού θα έψαχνες γι αυτόν;

Κι όμως..
Είναι στη σοφίτα.
Δε μου πήγαινε η καρδιά να τον κλείσω στην υπόγα.
Θέλω να βλέπει φως.
Θέλω να βρίσκεται ψηλά.
Θέλω να στέκεται στο παράθυρο
και να ξέρει ότι η ζωή περνά δίχως αυτόν.

Θέλω να μείνει λίγο μόνος.
Του δίνω χρόνο να σκεφτεί.
Τις πράξεις του, τα λόγια του, εμένα.. Εμάς.
Θέλω να θυμηθεί.

Δεν τον αφήνω έτσι.
Του δίνω κι ένα ξεροκόμματο τη μέρα.
Δεν είναι κακό να τρέφεσαι με ψίχουλα.
Αυτός μου το΄μαθε, άλλωστε.
Του δίνω και νερό.
Ρίχνω πού και πού τα κατατονικά που έχω κρατήσει.
Κάνω ό,τι μπορώ να του προσφέρω ηρεμία.

Μόνο που είναι αχάριστος.
Γονατίζει και κλαίει, κολλάει το πρόσωπο στο τζάμι,
το χτυπάει με τα χέρια και ζητάει ελευθερία.
Θα΄λεγε κανείς πως τη στερείται.

Δε μου μιλάει.
Μ΄αγαπάει όμως πολύ. Το ξέρω. Το νιώθω.
Μια μέρα μου ζήτησε συγγνώμη.
Ακόμα να δεχτεί πως τον έχω συγχωρέσει.

Απλά παίρνω αυτά που μου χρωστάει.


Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2013

Ανατροπή

Ξάπλωνα στο κρεβάτι με τις ώρες και οι σκέψεις μου τύλιγαν τα κόκκαλά μου.
Όνειρα λύναν το νήμα του νοήματος που έδωσα σε μια ανάμνηση.

Το κρεβάτι σου θέλησα να γίνω, αλλά όχι όπως έγινες εσύ το δικό μου, το αντίθετο, αυτό που μόνο εγώ μπορώ να γνωρίζω.
Στο σκοτάδι της νύχτας φώτιζαν οι αναμνήσεις που είχα ερωτευτεί.

Είμαστε οι αναμνήσεις μας;
Γιατί αν δεν είμαστε...

Αν υπάρχει μόνο το τώρα...
Που είμαστε τώρα;


Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2013

Ο Παρατεταμένος Παρατατικός*

*φταίει για την αοριστία


Τα γράμματα που δεν έστειλα
έκαναν τις ουσιαστικές μου ερωτήσεις.
Οι λέξεις που δε βρήκα
εξέφραζαν άμεσα το Είναι μου.
Τα δάκρυα που δε χάρισα
έκρυβαν το μυστικό της θεραπείας.

Το ψυχικό μου αποτύπωμα
καταχωνιάστηκε στα φοβισμένα μου κομμάτια.

Κομμάτι κρέας κι εγώ,
έψαχνα... μα δε σε βρήκα.
Δε χωράς σ'ένα δοχείο.
Άλλαζες με υπόνοια από 'σύντομα κοντά σας'.
Με ανέκφραστο θαυμασμό
φυλακίσαμε τους δεδομένους εαυτούς μας.


Παρασκευή 19 Οκτωβρίου 2012

Ηδύοσμος ο Utricularious


"Θα κατοικώ μέσα σου"...
Το ήξερα πως θα σε μισήσω γι' αυτό σου το ψέμα.
Δεν ήρθες. Δεν έμεινες. 
Πέρασες, μα δεν άφησες τίποτα δικό σου - ούτε κάτι μικρό, να πιάνει λίγο απ' τον χώρο μου και πολύ απ' το όνειρό μου.
Χέρια, γέλια, τα πήρες όλα μαζί σου. 
Πάω στοίχημα ότι τα έχεις στριμώξει σ' εκείνο το άχαρο κουτί, παρέα με τα χνώτα σου' αυτά, που μου ορκιζόσουν ότι θα με ζεσταίνουν τα πρωινά και θα με λιώνουν τις νύχτες.
Μέχρι και το ουράνιο τόξο. Κι αυτό μαζί σου το πήρες.
Άστραψες, βρόντηξες, και μουσκεμένη μέχρι το κόκκαλο έχω μείνει να το γυρεύω. 
Μάταια. 
Σαν τώρα σε θυμάμαι να αρπάζεις τα χρώματα και να τα παραχώνεις έξαλλος σε μια άοσμη βαλίτσα. Αυτά δεν χωρούσαν, η βαλίτσα ξεχείλιζε, εσύ έβριζες και έσπρωχνες, έσπρωχνες και χτυπιόσουν. Στο τέλος κουράστηκες, έβαλες τα λόγια σου να κάτσουν πάνω στη βαλίτσα, τα χρώματα απ' το βάρος ξεθώριασαν, η βαλίτσα έκλεισε και το λουκέτο κλείδωσε. 
Και δεν άφησες τίποτα.
Δεν μπορεί... 
Τρέχω, κάνω κύκλους γύρω από τον κουτσό άξονά μου και ψάχνω... 
Στο δωμάτιο τίποτα. Λίγο απ' το βλέμμα σου είχε μείνει ψηλά στο ταβάνι, αλλά το ταβάνι ξηλώθηκε και το βλέμμα σου τρίφτηκε νικημένο. Προσπάθησα να το μαζέψω, μα είχε σκορπίσει και το έχασα
(δυο κίτρινες ίριδες βρήκα μόνο, πες μου πού σε βολεύει, αν τις θες, να βρεθούμε να σου τις δώσω). 
Δεν μπορεί...
Αν το διανοηθώ, θα τρελαθώ, ψάχνω, συνεχίζω να ψάχνω... 
Μήπως στην κουζίνα; Μπα, αφού κανείς δεν μαγείρευε, το 'λεγε κι η μαμά σου τότε συντετριμμένη, "μισός είχες μείνει". Το πολύ να πετύχω κανένα σου αποτύπωμα σε κάποιο διαφημιστικό' αυτά με το έτοιμο φαγητό. 
Fast food. Fast fun. Fast run. 
No sun.
Μπαίνω στο μπάνιο με κομμένη την ανάσα, σχεδόν ακούω το αίμα μου να μεταγγίζεται απ' την καρδιά μου στα πόδια μου και τούμπαλιν. 
Ανοίγω ντουλάπια. Μηδέν. Ανοίγω συρτάρια. Το ίδιο. 
Μου έρχεται να ουρλιάξω, όταν - κατά παραγγελία του εγκεφάλου μου, άγνωστο πού τη βρήκε την ψυχραιμία - σκύβω να ρίξω λίγο νερό, μήπως και σβήσω την κάφτρα της μνήμης μου, και τότε τη βλέπω... 
Η οδοντόβουρτσά σου. Μπλε. Με πράσινες ρίγες. Μέτρια. Όχι σε κατηγορία. Σε ποιότητα. Πολύ μέτρια. Οι τρίχες στο κεφάλι της έχουν αναμαλλιαστεί. Όχι δόντια, ούτε πλακάκια δεν την εμπιστεύεσαι να βουρτσίσει. 
Αμφιβάλλω αν θα έρθεις ποτέ να την πάρεις. 
Είμαι πεπεισμένη, σχεδόν σίγουρη, ότι έχεις ήδη πάρει καινούρια. 
Ειλικρινά, δεν ξέρω πώς μπόρεσες. Καλά τις τρίχες, τις τρίχες εντάξει. 
Τον δυόσμο από πάνω της, όμως;
Μην κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις. 
Τον δυόσμο απ' την οδοντόκρεμά μου, λέω. 
Πώς άντεξες; Πώς αντέχεις;
Ήταν δική μου η οδοντόκρεμα, δικός μου ο δυόσμος, δική μου η ανάσα σου, δικό μου το άρωμά της... 
Οι ψίθυροι, τα φιλιά, δικά μου...
Έφυγες. 
Αν ήρθες ποτέ, έχεις φύγει.
Τέρμα, τελείωσε, αύριο θα βγω να ψωνίσω. Οδοντόκρεμα. 
Αλόη.
Ή μάλλον όχι. Αλάτι μπαμπού. 
Αν και τώρα που το σκέφτομαι, με το αλάτι μπαμπού θα είναι σαν να σε κουβαλάω συνέχεια στο στόμα μου, πάντα σου άρεσαν τ' αλμυρά. 
Ουίσκυ. 
Τ' αποφάσισα. Οδοντόκρεμα με γεύση ουίσκυ θα πάρω. 
Τι κοιτάς έτσι παράξενα; Την πουλάνε στο ίντερνετ, την παρήγγειλα ήδη. 
Ουίσκυ. 
Θα ξεπλένω υπολείμματα και θύμησες. 
Μία γαργάρα, δύο παράσιτα. Μαζί.
Ζαλίστηκα. 
Πες στην απουσία σου να μη φορά τόσο δυνατό άρωμα. 
Είναι αρκετά εκνευριστική και χωρίς αυτό, να της πεις...
Ως εδώ. Αυτό ήταν.
Πιάνω τα μαλλιά μου σπασμωδικά με εκείνο το λάστιχο (μέχρι κι αυτό ξεχειλωμένο είναι, επίτηδες το κάνει;) και ξεκινάω.
Κλείνω τα ντουλάπια. 
Κλείνω το φως. 
Κλείνω τα μάτια.
Αρκεί;
Σκέφτομαι, σκέφτομαι, κάνω σβούρες και σκέφτομαι...
Είμαι σίγουρη. Το διάβασα κάπου.
Το διάβασα κάπου πως ο δυόσμος, λέει, μπορεί στο κατάλληλο ακατάλληλο περιβάλλον να γίνει σαρκοφάγος.
Την καρδιά... 
Πρέπει οπωσδήποτε να κλείσω την καρδιά. Επειγόντως.


Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2012

Θα Θυμάσαι;

Πως να ξεχάσεις;
Το έχεις ερωτευτεί από τότε που φαινόταν στο μέλλον.
Ναι, το παρελθόν σου, λέω.
Κάποτε κατοικούσες εκεί. Σε στοίχειωνε όταν έφευγες,
Μα ποτέ δεν σε όρισε.
Όχι, ούτε η μοίρα δεν μπορεί να σε ορίσει όταν εσύ την ορίζεις κάθε στιγμή.
Εσύ την καθόρισες.
Αλλά θυμάσαι;
Η πίστη μου πριν γίνει γνώση μου...
Η ειρωνεία παραμένει συναρπαστική, να υποθέσω;

Τι να ξέρεις τώρα που δεν ξέρω;
Τι νιώθεις που βλέπεις ότι κάποτε σε ένοιαζε πιο πολύ κι από τώρα;
Άραγε σε στοιχειώνει ακόμα ή θα ζήλευα την εξέλιξή σου;
Που κοιτάς;
Γιατί εγώ κοιτάω κάπου ανάμεσα στο τώρα, στο τώρα, τώρα.
Και νιώθω την αποκάλυψη να καλπάζει πάντα στο παρόν. Εκείνη που φέρνει το ρίγος στους ώμους και αντιδρά στη βαρύτητα καθώς τα μαγνητικά πεδία παίζουν σε ρυθμούς ευκαιριών.

Τα θυμάσαι, έτσι δεν είναι;
Τα συναισθήματα. Όλα τους!
Τις προκλητικές απαντήσεις για εκστατικές ερωτήσεις...
Τον έρωτα που έχεις με τη ζωή - το θαύμα της μαγείας της!
Τόση γνώση ζήτησες και αποκτώντας την έμαθες πως η δύναμή της είναι η συνειδητή χρήση της.
Τα μάτια της καρδιάς σου να έχεις ανοιχτά, μην τα κλείσεις όπως τότε.
Συμπόνα!
Όλα το αξίζουν.
Ειδικά εσύ.
Εσύ, που δεν υπάρχεις ακόμα και ανυπομονώ να σε γνωρίσω.
παρ'όλο που σε ξέρω καλύτερα απ' όλους.

Θυμάσαι;
Πάλι ούτε τα μισά δεν είπες.
Δεν ήταν αυτά που ήθελες να γράψεις,
κι όμως εμπιστεύθηκες το λόγο να τα γράψεις.
Γιατί θέλεις το χαμόγελό σου και -που και που-μια χαλαρή απάντηση.
Γιατί ό,τι έζησες, το έζησες με πάθος και
σαν ευγνωμονείς, αγγίζεις κάτι θεϊκό.
Ο πυρσός της ελπίδας είναι ένα συλλογικό δώρο
που επικαλέστηκες να αναζητήσεις.
Μια περιπέτεια σε μια διάσταση μοναδική -
- μια ζωτική ενέργεια που τα αστέρια δεν ξεχνούν.
Ένα μυστήριο του μυαλού κι ένας γρίφος
που το υποσυνείδητο διασκεδάζει με τον χορό τους.
Έναν χορό ισορροπίας πάνω στις νότες ενός πιάνου και
μια αγκαλιά του μελανιού πάνω σε χαρτί.
Το κέντρο σου!
Και το βρήκες για να το μοιραστείς.
Να εμπνεύσεις και να εμπνευστείς.
Να αγαπήσεις και να αγαπηθείς.

Κατέστρεψες πολλές φορές ολόκληρες χώρες για να χτίσεις βουνά, δέντρα, θάλασσες, κάστρα, γέφυρες, χωρίς σύνορα, χωρίς όρια.
Έκανες χώρο για τα όνειρά σου.
Χτύπησες τα 'λάθη' σου και έγινες θεραπευτής εγκαταλελειμμένων πληγών....
Έγινες φίλος της σοφίας σου.

Η ισορροπία της σκέψης σου
και των πράξεών σου βαδίζει σε μια τρίτη μέση.
Να φροντίζεις εκείνους που αγαπάς και να τους το δείχνεις.
Να θυμάσαι ποιος επέλεξες να γίνεις.
............

Και γελάς...
γιατί θυμάσαι!
Χαμογελάς!
Μπορείς να κάνεις τα δάκρυα,
δάκρυα χαράς!
Και γελάς με δάκρυα χαράς...
Γιατί ακόμα θυμάσαι...

Και μη φοβάσαι.
Ο φόβος μόλις έσβησε.
Με αυτές εδώ τις λέξεις.